Χρονικές και συμπερασματικές προτάσεις
Θέμα Γ4 · Χρονικοί σύνδεσμοι, χρονική σχέση, εκφορά, πρίν · Χρονικοϋποθετικές · Συμπερασματικές με ὥστε: οριστική ή απαρέμφατο
Ο μύθος του Πρωταγόρα αφηγείται: «ὅτ' οὖν ἁθροισθεῖεν, ἠδίκουν ἀλλήλους … ὥστε πάλιν σκεδαννύμενοι διεφθείροντο» — «κάθε φορά που μαζεύονταν, αδικούσαν ο ένας τον άλλον, με αποτέλεσμα να σκορπίζονται ξανά και να χάνονται». Μια ευκτική που δεν είναι ούτε ευχή ούτε πλάγιος λόγος, και ένα ὥστε που δείχνει πραγματικό αποτέλεσμα: τα δύο θέματα αυτού του μαθήματος.
Χρονικές προτάσεις
- Εισαγωγή: ὅτε, ὁπότε, ἐπεί, ἐπειδή, ὡς, ἡνίκα (όταν, αφού) · ἕως, ἔστε, μέχρι (ώσπου, όσο) · πρίν (πριν) · ἐξ οὗ, ἀφ' οὗ (αφότου).
- Με ἄν συναιρούνται: ὅταν, ὁπόταν, ἐπειδάν, ἐπάν.
- Χρονική σχέση με την κύρια: σύγχρονο (ὅτε, ἕως = όσο), προτερόχρονο (ἐπεί, ἐπειδή, ὡς + αόριστος), υστερόχρονο (ἕως = ώσπου, πρίν).
- Εκφορά:
- οριστική — πραγματικό γεγονός στο παρελθόν ή στο παρόν,
- ἄν + υποτακτική (ὅταν, ἐπειδάν, ἕως ἄν, πρὶν ἄν) — προσδοκώμενο ή αόριστη επανάληψη στο παρόν/μέλλον,
- ευκτική (χωρίς ἄν) — αόριστη επανάληψη στο παρελθόν ή ευκτική του πλαγίου λόγου.
- Οι χρονικές με ἄν ή με ευκτική επανάληψης λέγονται χρονικοϋποθετικές: ακολουθούν τα σχήματα των υποθετικών λόγων.
- πρίν: + απαρέμφατο όταν η κύρια είναι καταφατική · + οριστική ή ἄν + υποτακτική όταν η κύρια είναι αρνητική.
- Άρνηση: οὐ (μή στις χρονικοϋποθετικές).
- Συντακτική θέση: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου.
Συμπερασματικές προτάσεις
- Εισαγωγή: ὥστε, ὡς (συχνά με δεικτικό στην κύρια: οὕτω, τοσοῦτος, τοιοῦτος).
- Εκφορά:
- οριστική — αποτέλεσμα πραγματικό (άρνηση οὐ),
- δυνητική οριστική/ευκτική — αποτέλεσμα δυνατό,
- απαρέμφατο — αποτέλεσμα αναμενόμενο ή δυνατό, όχι απαραίτητα πραγματοποιημένο (άρνηση μή).
- Συντακτική θέση: επιρρηματικός προσδιορισμός του αποτελέσματος (με απαρέμφατο μπορεί να είναι και αντικείμενο ή επεξήγηση).
- Προσοχή: το ὥστε στην αρχή περιόδου, μετά από τελεία ή άνω τελεία, σημαίνει «επομένως» και εισάγει κύρια πρόταση.
«ὥστε + οριστική = έγινε · ὥστε + απαρέμφατο = θα μπορούσε να γίνει». Το «ώστε να» της νέας ελληνικής αντιστοιχεί συνήθως στο απαρέμφατο· το «με αποτέλεσμα να/ότι» (πραγματικό) στην οριστική.
Χρονική πρόταση με ὅταν + υποτακτική και κύρια σε ενεστώτα δηλώνει:
Μέθοδος: χρονική πρόταση
- Σύνδεσμος και χρονική σχέση (σύγχρονο, προτερόχρονο, υστερόχρονο).
- Εκφορά: οριστική (γεγονός) · ἄν + υποτακτική (προσδοκώμενο/επανάληψη στο παρόν) · ευκτική (επανάληψη στο παρελθόν ή πλάγιος λόγος).
- Αν είναι χρονικοϋποθετική, ονόμασε το σχήμα υποθετικού λόγου που αντιστοιχεί.
- Για πρίν, έλεγξε αν η κύρια είναι καταφατική (απαρέμφατο) ή αρνητική (οριστική/υποτακτική).
- Θέση: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου στο ρήμα της κύριας.
Παράδειγμα 1: Ξενοφών, Κύρου Ἀνάβασις 1.1.1 και 1.1.3: (α) «ἐπεὶ δὲ ἠσθένει Δαρεῖος …, ἐβούλετο τὼ παῖδε ἀμφοτέρω παρεῖναι». (β) «ἐπεὶ δὲ ἐτελεύτησε Δαρεῖος …, Τισσαφέρνης διαβάλλει τὸν Κῦρον».
Λύση:
(α) Χρονική με ἐπεί, οριστική παρατατικού (πραγματικό γεγονός) — σύγχρονο με το ἐβούλετο: «όταν ήταν άρρωστος».
(β) Χρονική με ἐπεί, οριστική αορίστου — προτερόχρονο: «αφού πέθανε».
Και οι δύο λειτουργούν ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί του χρόνου. Ο ίδιος σύνδεσμος αποδίδεται «όταν» ή «αφού» ανάλογα με τον χρόνο του ρήματος.
Παράδειγμα 2: Πλάτων, Πρωταγόρας 322b: «ὅτ' οὖν ἁθροισθεῖεν, ἠδίκουν ἀλλήλους ἅτε οὐκ ἔχοντες τὴν πολιτικὴν τέχνην, ὥστε πάλιν σκεδαννύμενοι διεφθείροντο».
Λύση:
- ὅτ' οὖν ἁθροισθεῖεν: χρονική (χρονικοϋποθετική) με ὅτε + ευκτική και κύρια σε παρατατικό (ἠδίκουν) → αόριστη επανάληψη στο παρελθόν: «κάθε φορά που συγκεντρώνονταν».
- ὥστε … διεφθείροντο: συμπερασματική με ὥστε + οριστική → αποτέλεσμα πραγματικό: «με αποτέλεσμα να σκορπίζονται πάλι και να χάνονται». Επιρρηματικός προσδιορισμός του αποτελέσματος στο ἠδίκουν.
- ἅτε οὐκ ἔχοντες: αιτιολογική μετοχή (αντικειμενική αιτία, με ἅτε).
Στη φράση «ὥστε μὴ δύνασθαι φεύγειν», το αποτέλεσμα παρουσιάζεται ως:
Θέμα τύπου Πανελλαδικών (Γ4β): Πλάτων, Ἀπολογία 29d: «ἕωσπερ ἂν ἐμπνέω καὶ οἷός τε ὦ, οὐ μὴ παύσωμαι φιλοσοφῶν» · Φαίδων 118a: «εἶπεν ὅτι, ἐπειδὰν πρὸς τῇ καρδίᾳ γένηται αὐτῷ, τότε οἰχήσεται». Να αναγνωριστούν οι χρονικές προτάσεις.
Λύση:
- ἕωσπερ ἂν ἐμπνέω καὶ οἷός τε ὦ: χρονική, με ἕωσπερ (= ὅσο, σύγχρονο), ἄν + υποτακτική → προσδοκώμενο: «όσο ζω και μπορώ». Επιρρηματικός του χρόνου στο παύσωμαι.
- ἐπειδὰν … γένηται αὐτῷ: χρονική, με ἐπειδάν (ἐπειδή + ἄν), υποτακτική αορίστου → προσδοκώμενο και προτερόχρονο: «όταν (το δηλητήριο) φτάσει στην καρδιά του». Παρότι βρίσκεται σε πλάγιο λόγο μετά από το ιστορικό εἶπεν, ο Πλάτων κρατά την εκφορά του ευθέος λόγου για ζωντάνια.
Το «ἕωσπερ ἂν ἐμπνέω … οὐ μὴ παύσωμαι φιλοσοφῶν» της Ἀπολογίας είναι από τις πιο διάσημες φράσεις του Σωκράτη: μπροστά στους δικαστές δηλώνει ότι, όσο ζει, δεν θα σταματήσει να φιλοσοφεί — ακόμη κι αν αυτό του κοστίσει τη ζωή. Το οὐ μή + υποτακτική αορίστου είναι η πιο κατηγορηματική άρνηση για το μέλλον.
Όταν η κύρια πρόταση είναι καταφατική, το πρίν συντάσσεται με:
Αναγνώρισε το είδος του ὥστε και το αποτέλεσμα: (α) «ἠδίκουν ἀλλήλους, ὥστε διεφθείροντο». (β) «οὕτω δεινὸς ἦν ὥστε πάντας πείθειν». (γ) «Ταῦτα ἐποίησαν. Ὥστε οὐκ ἄξιοί εἰσι συγγνώμης». (δ) «τοσοῦτον ἀπέχει ὥστε οὐδ' ἂν ἀφίκοιτο».
Δοκίμασε πρώτα μόνος σου — μετά δες τη λύση
(α) Συμπερασματική, οριστική: πραγματικό αποτέλεσμα («με αποτέλεσμα να χάνονται»).
(β) Συμπερασματική, απαρέμφατο: αναμενόμενο αποτέλεσμα, που προκύπτει από την ικανότητα («τόσο ικανός ήταν, ώστε να πείθει όλους»).
(γ) Κύρια πρόταση: το ὥστε μετά από τελεία σημαίνει «επομένως».
(δ) Συμπερασματική, δυνητική ευκτική: δυνατό αποτέλεσμα («απέχει τόσο, ώστε ούτε θα μπορούσε να φτάσει»).
- Ευκτική σε χρονική πάντα = πλάγιος λόγος: αν η κύρια είναι σε παρατατικό και δεν υπάρχει ρήμα λεκτικό, είναι αόριστη επανάληψη στο παρελθόν.
- ἐπεί πάντα «επειδή»: με αόριστο συνήθως είναι χρονικός («αφού»).
- ὥστε + απαρέμφατο ως πραγματικό: δηλώνει αναμενόμενο/δυνατό αποτέλεσμα.
- ὥστε μετά από τελεία ως δευτερεύουσα: σημαίνει «επομένως» και εισάγει κύρια.
- Χρονικές: ὅτε, ἐπεί, ἐπειδή, ὡς, ἕως, πρίν · σύγχρονο, προτερόχρονο, υστερόχρονο.
- Εκφορά: οριστική (γεγονός), ἄν + υποτακτική (προσδοκώμενο/επανάληψη παρόντος), ευκτική (επανάληψη παρελθόντος).
- πρίν + απαρέμφατο (καταφατική κύρια) · + οριστική ή ἄν + υποτακτική (αρνητική κύρια).
- Συμπερασματικές: ὥστε + οριστική (πραγματικό, οὐ) ή + απαρέμφατο (αναμενόμενο, μή).
- ὥστε μετά από τελεία = «επομένως» (κύρια).