Αναφορικές προτάσεις
Θέμα Γ4 · Προσδιοριστικές και επιρρηματικές · Αναφορικοϋποθετικές · Έλξη, αντίστροφη έλξη, ενσωμάτωση
«Ἃ μὴ οἶδα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι» — «όσα δεν ξέρω, ούτε νομίζω ότι τα ξέρω». Με αυτή τη φράση ο Σωκράτης εξηγεί στην Ἀπολογία γιατί είναι σοφότερος. Μια αναφορική πρόταση χωρίς προηγούμενη λέξη, με άρνηση μή αντί για οὐ: δύο λεπτομέρειες που η Γ4 ζητεί να τις εξηγήσεις.
Εισαγωγή
- Αναφορικές αντωνυμίες: ὅς, ἥ, ὅ · ὅστις, ἥτις, ὅ τι · οἷος (τέτοιος που), ὅσος (όσος), ἡλίκος.
- Αναφορικά επιρρήματα: οὗ, ὅπου (όπου), ὅθεν (από όπου), οἷ, ὅποι (προς όπου), ὅτε, ὁπότε (όταν), ὡς, ὅπως (όπως).
Η αναφορική λέξη συμφωνεί με το προηγούμενο (τη λέξη στην οποία αναφέρεται) σε γένος και αριθμό· την πτώση την παίρνει από τη θέση της μέσα στη δική της πρόταση.
Προσδιοριστικές (ονοματικές) αναφορικές
Προσδιορίζουν ένα όνομα ή παίρνουν τη θέση του:
- Επιθετικός προσδιορισμός στο προηγούμενο: «ἦν γάρ ποτε χρόνος ὅτε θεοὶ μὲν ἦσαν, θνητὰ δὲ γένη οὐκ ἦν» (Πρωταγόρας 320c).
- Υποκείμενο, αντικείμενο, κατηγορούμενο, όταν δεν υπάρχει προηγούμενο: «ἃ μὴ οἶδα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι» (αντικείμενο του εἰδέναι).
- Επεξήγηση ή παράθεση.
Επιρρηματικές αναφορικές
Έχουν τη σημασία επιρρηματικής πρότασης: αιτιολογική («θαυμάζω σε, ὃς τοιαῦτα λέγεις» = επειδή), τελική (με οριστική μέλλοντα: «πρέσβεις πέμπουσιν οἵτινες ταῦτα ἐροῦσιν»), συμπερασματική (οἷος, ὅσος), εναντιωματική, και κυρίως υποθετική.
Αναφορικοϋποθετικές
Ισοδυναμούν με υπόθεση υποθετικού λόγου και ακολουθούν τα ίδια σχήματα:
- ὅς ἄν / ὅστις ἄν + υποτακτική → προσδοκώμενο ή αόριστη επανάληψη στο παρόν/μέλλον: «ὅτῳ ἂν ἀεὶ ἐντυγχάνω ὑμῶν» (Ἀπολογία 29d).
- ὅς / ὅστις + ευκτική → απλή σκέψη ή αόριστη επανάληψη στο παρελθόν.
- ὅς + οριστική με μή → ανοιχτή υπόθεση: «ἃ μὴ οἶδα».
Άρνηση: οὐ στις απλές αναφορικές, μή στις υποθετικές και στις τελικές.
Έλξη και ενσωμάτωση
- Έλξη του αναφορικού: η αναφορική παίρνει την πτώση του προηγούμενου (συνήθως γενική ή δοτική) αντί για τη δική της: «ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἧς αὐτὸν σατράπην ἐποίησε» (αντί για ἥν).
- Αντίστροφη έλξη: το προηγούμενο παίρνει την πτώση της αναφορικής.
- Ενσωμάτωση: το προηγούμενο μπαίνει μέσα στην αναφορική πρόταση, συνήθως χωρίς άρθρο.
«Ψάξε τον γονιό». Αν η αναφορική έχει προηγούμενο («γονιό»), είναι συνήθως επιθετικός προσδιορισμός του. Αν είναι «ορφανή», παίρνει τη θέση του: γίνεται υποκείμενο ή αντικείμενο του ρήματος της κύριας. Και αν δεις μή ή ἄν, σκέψου αμέσως αναφορικοϋποθετική.
Στη φράση «ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἧς αὐτὸν σατράπην ἐποίησε», η αντωνυμία ἧς είναι σε γενική επειδή:
Μέθοδος: πλήρης αναγνώριση αναφορικής
- Εισαγωγή: ποια αναφορική αντωνυμία ή επίρρημα.
- Προηγούμενο: υπάρχει; Σε ποια λέξη αναφέρεται;
- Είδος: προσδιοριστική ή επιρρηματική (αιτιολογική, τελική, υποθετική…).
- Εκφορά: έγκλιση και, αν έχει ἄν ή μή, το αντίστοιχο σχήμα υποθετικού λόγου.
- Συντακτική θέση: επιθετικός προσδιορισμός στο προηγούμενο, ή υποκείμενο/αντικείμενο αν δεν υπάρχει.
Παράδειγμα 1: Πλάτων, Πρωταγόρας 320c: «ἦν γάρ ποτε χρόνος ὅτε θεοὶ μὲν ἦσαν, θνητὰ δὲ γένη οὐκ ἦν».
Λύση: Αναφορική προσδιοριστική πρόταση, εισάγεται με το αναφορικό χρονικό επίρρημα ὅτε, αναφέρεται στο χρόνος, εκφέρεται με οριστική (ἦσαν, ἦν — κάτι πραγματικό στο μυθικό παρελθόν) και λειτουργεί ως επιθετικός προσδιορισμός στο χρόνος.
Μετάφραση: «Υπήρχε κάποτε ένας καιρός που θεοί υπήρχαν, θνητά όμως γένη δεν υπήρχαν».
Παράδειγμα 2: Πλάτων, Ἀπολογία 29d: «οὐ μὴ παύσωμαι φιλοσοφῶν καὶ ὑμῖν παρακελευόμενός τε καὶ ἐνδεικνύμενος ὅτῳ ἂν ἀεὶ ἐντυγχάνω ὑμῶν».
Λύση: Αναφορική υποθετική (αναφορικοϋποθετική), εισάγεται με την αναφορική αντωνυμία ὅτῳ (ὅστις), χωρίς εκφρασμένο προηγούμενο. Εκφέρεται με ἄν + υποτακτική (ἐντυγχάνω): αόριστη επανάληψη στο παρόν/μέλλον — «όποιον από εσάς συναντώ κάθε φορά». Λειτουργεί ως αντικείμενο των μετοχών παρακελευόμενος καὶ ἐνδεικνύμενος.
Τι δηλώνει η άρνηση μή σε αναφορική πρόταση, όπως στο «ἃ μὴ οἶδα»;
Θέμα τύπου Πανελλαδικών (Γ4): Ξενοφών, Κύρου Ἀνάβασις 1.1.2: «στρατηγὸν δὲ αὐτὸν ἀπέδειξε πάντων ὅσοι ἐς Καστωλοῦ πεδίον ἁθροίζονται» · Πλάτων, Ἀπολογία 21d: «ὅτι ἃ μὴ οἶδα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι». (α) Να αναγνωριστούν οι αναφορικές προτάσεις. (β) Να μετατραπεί η δεύτερη σε υποθετική πρόταση.
Λύση:
(α) ὅσοι … ἁθροίζονται: αναφορική προσδιοριστική, με την αναφορική αντωνυμία ὅσοι, οριστική (πραγματικό), επιθετικός προσδιορισμός στο πάντων. ἃ μὴ οἶδα: αναφορική υποθετική, με ἅ (χωρίς προηγούμενο), οριστική με μή (ανοιχτή υπόθεση), αντικείμενο του εἰδέναι.
(β) «εἴ τινα μὴ οἶδα, ταῦτα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι» — ανοιχτή υπόθεση, με το ταῦτα ως αντικείμενο.
Στα αρχαία κείμενα η αναφορική αντωνυμία γράφεται ὅ τι (χωριστά) για να μη μπερδεύεται με τον σύνδεσμο ὅτι. Από αυτή την ανάγκη προήλθε το νεοελληνικό «ό,τι» με κόμμα: «ό,τι θέλεις» (αναφορική) έναντι «ξέρω ότι» (ειδικός σύνδεσμος).
Η πρόταση «ὅστις ἂν τοῦτο ποιῇ, ζημιοῦται» είναι:
Ξενοφών, Ἀπομνημονεύματα 1.1.1: «ἀδικεῖ Σωκράτης οὓς μὲν ἡ πόλις νομίζει θεοὺς οὐ νομίζων». Πού είναι το προηγούμενο της αναφορικής; Ξαναγράψε τη φράση «κανονικά» και μετάφρασέ τη.
Δοκίμασε πρώτα μόνος σου — μετά δες τη λύση
Το προηγούμενο θεούς έχει μπει μέσα στην αναφορική πρόταση: είναι ενσωμάτωση. «Κανονικά» θα γραφόταν: «ἀδικεῖ Σωκράτης θεοὺς οὓς ἡ πόλις νομίζει οὐ νομίζων». Η αναφορική (οὓς … νομίζει) είναι επιθετικός προσδιορισμός στο θεούς, που είναι αντικείμενο της μετοχής νομίζων.
Μετάφραση: «Ο Σωκράτης είναι ένοχος γιατί δεν πιστεύει στους θεούς στους οποίους πιστεύει η πόλη». Το νομίζω εδώ σημαίνει «πιστεύω, αναγνωρίζω» (από το νόμος, «καθιερωμένη συνήθεια»).
- Συμφωνία σε πτώση με το προηγούμενο: η αναφορική συμφωνεί σε γένος και αριθμό· την πτώση την παίρνει από τη δική της πρόταση — εκτός από την έλξη.
- Χαρακτηρισμός «επιθετικός προσδιορισμός» χωρίς προηγούμενο: όταν λείπει, η πρόταση είναι υποκείμενο ή αντικείμενο.
- Αγνοείς το ἄν/μή: κρύβουν αναφορικοϋποθετική, που θέλει και είδος υποθετικού λόγου.
- ὅστις = πάντα αναφορική: μετά από ρήμα ερώτησης ή άγνοιας εισάγει πλάγια ερωτηματική.
- Εισαγωγή: αναφορικές αντωνυμίες (ὅς, ὅστις, οἷος, ὅσος) και επιρρήματα (ὅπου, ὅθεν, ὅτε, ὡς).
- Συμφωνία με το προηγούμενο σε γένος και αριθμό · πτώση από τη δική της πρόταση.
- Προσδιοριστικές: επιθετικός προσδιορισμός (με προηγούμενο) ή υποκείμενο/αντικείμενο (χωρίς).
- Επιρρηματικές: αιτιολογικές, τελικές (οριστική μέλλοντα), υποθετικές (ἄν + υποτακτική, ευκτική, μή).
- Έλξη (ἧς αντί ἥν), ενσωμάτωση (οὓς … θεούς).