Ρήματα σε -μι · εἰμί, εἶμι, φημί, οἶδα
Θέμα Γ3 · δίδωμι, τίθημι, ἵστημι, ἵημι, δείκνυμι · Ανώμαλα αθεματικά: εἰμί, εἶμι, φημί, οἶδα
Στον μύθο του Πρωταγόρα ο Δίας λέει στον Ερμή «καὶ νόμον γε θὲς παρ' ἐμοῦ»: «και θέσπισε κι έναν νόμο εκ μέρους μου». Το θές είναι προστακτική αορίστου του τίθημι — ένα ρήμα που δεν μοιάζει καθόλου με το λύω. Τα ρήματα σε -μι είναι λίγα, αλλά από τα πιο συχνά της αττικής: δίνω, βάζω, στήνω, αφήνω, δείχνω, είμαι, πηγαίνω, λέω, ξέρω.
Τα τρία βασικά: δο-, θε-, στα-
Ο ενεστώτας και ο παρατατικός έχουν αναδιπλασιασμό με ι (δί-δω-μι, τί-θη-μι, ἵ-στη-μι) και εναλλαγή φωνήεντος: μακρό στον ενικό της οριστικής, βραχύ στα υπόλοιπα.
δίδωμι (θέμα δο-)
- Ενεστ.: δίδωμι, δίδως, δίδωσι(ν), δίδομεν, δίδοτε, διδόασι(ν) · παρατ.: ἐδίδουν, ἐδίδους, ἐδίδου, ἐδίδομεν, ἐδίδοτε, ἐδίδοσαν.
- Υποτ. διδῶ, διδῷς, διδῷ · ευκτ. διδοίην · προστ. δίδου, διδότω · απαρ. διδόναι · μετ. διδούς, διδοῦσα, διδόν.
- Μέλλ. δώσω · αόρ. ἔδωκα, ἔδωκας, ἔδωκε, ἔδομεν, ἔδοτε, ἔδοσαν · υποτ. δῶ · ευκτ. δοίην · προστ. δός, δότω, δότε, δόντων · απαρ. δοῦναι · μετ. δούς, δοῦσα, δόν · παρακ. δέδωκα · παθ. αόρ. ἐδόθην.
τίθημι (θέμα θε-)
- Ενεστ.: τίθημι, τίθης, τίθησι(ν), τίθεμεν, τίθετε, τιθέασι(ν) · παρατ.: ἐτίθην, ἐτίθεις, ἐτίθει, ἐτίθεμεν, ἐτίθετε, ἐτίθεσαν · προστ. τίθει · απαρ. τιθέναι · μετ. τιθείς.
- Μέλλ. θήσω · αόρ. ἔθηκα (πληθ. ἔθεμεν, ἔθετε, ἔθεσαν) · υποτ. θῶ · ευκτ. θείην · προστ. θές, θέτω, θέτε, θέντων · απαρ. θεῖναι · μετ. θείς, θεῖσα, θέν · παρακ. τέθηκα · παθ. αόρ. ἐτέθην.
ἵστημι (θέμα στα-)
- Ενεστ.: ἵστημι, ἵστης, ἵστησι(ν), ἵσταμεν, ἵστατε, ἱστᾶσι(ν) · απαρ. ἱστάναι.
- Μέλλ. στήσω · α΄ αόρ. ἔστησα (μεταβατικός: «έστησα κάτι») · β΄ αόρ. ἔστην (αμετάβατος: «στάθηκα») — υποτ. στῶ, ευκτ. σταίην, προστ. στῆθι, απαρ. στῆναι, μετ. στάς, στᾶσα, στάν.
- Παρακ. ἕστηκα = «στέκομαι» (σημασία ενεστώτα) · υπερσ. εἱστήκη = «στεκόμουν».
ἵημι και δείκνυμι
- ἵημι (θέμα ἑ-, «αφήνω, στέλνω», συνήθως σύνθετο: ἀφίημι, μεθίημι): μέλλ. ἥσω · αόρ. ἧκα (πληθ. εἷμεν) · απαρ. αορ. ἀφεῖναι · μετ. ἀφείς.
- δείκνυμι: δείκνυμι, δείκνυς, δείκνυσι(ν), δείκνυμεν, δείκνυτε, δεικνύασι(ν) · απαρ. δεικνύναι · μετ. δεικνύς · οι άλλοι χρόνοι ομαλοί: δείξω, ἔδειξα, δέδειχα.
«δο – θε – στα»: τρία ρήματα, τρία φωνήεντα. Τα ξαναβρίσκεις σε λέξεις που ήδη ξέρεις: δόση, θέση, στάση. Όταν δεις δο-/δου-/δω- σκέψου δίδωμι· θε-/θει-/θη- → τίθημι· στα-/στη- → ἵστημι.
Ποιο είναι το απαρέμφατο του αορίστου του δίδωμι;
εἰμί, εἶμι, φημί, οἶδα
εἰμί («είμαι»)
- Ενεστ.: εἰμί, εἶ, ἐστί(ν), ἐσμέν, ἐστέ, εἰσί(ν) · παρατ.: ἦ (ἦν), ἦσθα, ἦν, ἦμεν, ἦτε, ἦσαν · μέλλ.: ἔσομαι, ἔσει/ἔσῃ, ἔσται …
- Υποτ. ὦ, ᾖς, ᾖ, ὦμεν, ἦτε, ὦσι(ν) · ευκτ. εἴην, εἴης, εἴη, εἶμεν, εἶτε, εἶεν · προστ. ἴσθι, ἔστω, ἔστε, ἔστων · απαρ. εἶναι · μετ. ὤν, οὖσα, ὄν (ὄντος).
εἶμι («θα πάω» — ο ενεστώτας έχει σημασία μέλλοντα)
- εἶμι, εἶ, εἶσι(ν), ἴμεν, ἴτε, ἴασι(ν) · παρατ. ᾖα, ᾔεις, ᾔει … · υποτ. ἴω · ευκτ. ἴοιμι · προστ. ἴθι · απαρ. ἰέναι · μετ. ἰών, ἰοῦσα, ἰόν. Χρησιμοποιείται ως μέλλοντας του ἔρχομαι.
φημί («λέω»)
- φημί, φῄς, φησί(ν), φαμέν, φατέ, φασί(ν) · παρατ. ἔφην, ἔφησθα (ἔφης), ἔφη · υποτ. φῶ · ευκτ. φαίην, φαίης, φαίη · προστ. φάθι · απαρ. φάναι · μετ. (στην αττική) φάσκων.
οἶδα («ξέρω» — παρακείμενος με σημασία ενεστώτα)
- οἶδα, οἶσθα, οἶδε(ν), ἴσμεν, ἴστε, ἴσασι(ν) · υπερσ. (= παρατ.) ᾔδειν ή ᾔδη · υποτ. εἰδῶ · ευκτ. εἰδείην · προστ. ἴσθι · απαρ. εἰδέναι · μετ. εἰδώς, εἰδυῖα, εἰδός · μέλλ. εἴσομαι.
Μέθοδος: τύπος ρήματος σε -μι
- Βρες το θέμα (δο-, θε-, στα-, ἑ-, δεικ-) και τον χρόνο: με αναδιπλασιασμό δι-/τι-/ἱ- → ενεστώτας/παρατατικός· χωρίς → αόριστος.
- Στην οριστική ενικού περίμενε μακρό φωνήεν (δίδωμι, ἔδωκα), στα υπόλοιπα βραχύ (δίδομεν, ἔδομεν).
- Απαρέμφατα σε -ναι με τόνο στην παραλήγουσα (διδόναι, δοῦναι, θεῖναι, στῆναι).
- Προστακτικές αορίστου: δός, θές, στῆθι, ἄφες.
- Για εἰμί/εἶμι έλεγξε πνεύμα και ι: εἶναι («να είναι») ≠ ἰέναι («να πάει»).
Παράδειγμα 1: Να κλιθεί η οριστική αορίστου του δίδωμι και να εξηγηθεί η διαφορά ενικού και πληθυντικού.
Λύση: ἔδωκα, ἔδωκας, ἔδωκε(ν), ἔδομεν, ἔδοτε, ἔδοσαν.
Ο ενικός είναι κ-αόριστος (με μακρό ω και κ), ενώ ο πληθυντικός χρησιμοποιεί β΄ αόριστο με βραχύ θέμα δο-. Το «ἐδώκαμεν» υπάρχει μόνο σε μεταγενέστερα κείμενα.
Παράδειγμα 2: Πλάτων, Πρωταγόρας 322d: «καὶ νόμον γε θὲς παρ' ἐμοῦ». Να γραφούν (α) το γ΄ ενικό και το β΄ πληθυντικό του ίδιου τύπου, (β) το αντίστοιχο απαρέμφατο και (γ) το β΄ ενικό της προστακτικής ενεστώτα.
Λύση:
(α) θέτω · θέτε. (β) θεῖναι. (γ) τίθει.
Μετάφραση: «και θέσπισε κι έναν νόμο εκ μέρους μου».
Ποιο είναι το β΄ ενικό της προστακτικής αορίστου του τίθημι;
Θέμα τύπου Πανελλαδικών (Γ3): (α) φησί: να γραφεί στο ίδιο πρόσωπο και αριθμό της ευκτικής ενεστώτα. (β) ἐστί: να γραφεί στο ίδιο πρόσωπο της υποτακτικής και της ευκτικής. (γ) ἴασι: να γραφεί το ίδιο πρόσωπο της ευκτικής. (δ) ἀποδιδόναι (Ἠθικὰ Νικομάχεια): να γραφεί το απαρέμφατο του αορίστου.
Λύση:
(α) φαίη. (β) υποτ. ᾖ, ευκτ. εἴη. (γ) εἶμι, γ΄ πληθ. → ἴοιεν. (δ) ἀπο-δίδωμι → ἀποδοῦναι.
Από το θέμα δο- του δίδωμι έχουμε δόση και δώρο, από το θε- του τίθημι θέση, σύνθεση, υπόθεση, νομοθέτης, από το στα- του ἵστημι στάση, σύσταση, σταθμός. Οι νομοθέται του Αριστοτέλη είναι κυριολεκτικά «αυτοί που θέτουν νόμους».
Τι σημαίνει ο παρακείμενος ἕστηκα;
Μετάφρασε: (α) «ὁ στρατηγὸς τρόπαιον ἔστησεν». (β) «οἱ στρατιῶται ἔστησαν». (γ) «οἱ στρατιῶται τρόπαιον ἔστησαν». (δ) «οἱ φύλακες πρὸ τῶν πυλῶν ἑστᾶσιν». Ποιος τύπος είναι διφορούμενος και πώς αποφασίζεις;
Δοκίμασε πρώτα μόνος σου — μετά δες τη λύση
(α) «Ο στρατηγός έστησε τρόπαιο» — α΄ αόριστος ἔστησα, μεταβατικός.
(β) «Οι στρατιώτες στάθηκαν» — εδώ το ἔστησαν είναι γ΄ πληθυντικό του β΄ αορίστου ἔστην (αμετάβατο).
(γ) «Οι στρατιώτες έστησαν τρόπαιο» — γ΄ πληθυντικό του α΄ αορίστου ἔστησα.
(δ) «Οι φύλακες στέκονται μπροστά στις πύλες» — παρακείμενος ἕστηκα (γ΄ πληθ. ἑστᾶσι) με σημασία ενεστώτα.
Το ἔστησαν είναι κοινό στους δύο αορίστους· αποφασίζεις από το αν υπάρχει αντικείμενο.
- εἶναι ≠ ἰέναι: το πρώτο είναι «να είναι» (εἰμί), το δεύτερο «να πάει» (εἶμι).
- «ἐδώκαμεν», «ἐθήκαμεν»: ο πληθυντικός του αορίστου είναι ἔδομεν, ἔθεμεν.
- «δῶναι», «θῆναι»: σωστά δοῦναι, θεῖναι.
- ἔφη ≠ ἔφην: ἔφη = «είπε» (γ΄ ενικό), ἔφην = «είπα» (α΄ ενικό).
- δίδωμι (δο-), τίθημι (θε-), ἵστημι (στα-): αναδιπλασιασμός με ι στον ενεστώτα.
- Αόριστοι: ἔδωκα/ἔδομεν, ἔθηκα/ἔθεμεν · δοῦναι, θεῖναι · δός, θές · δούς, θείς.
- ἔστησα (έστησα) ≠ ἔστην (στάθηκα) · ἕστηκα = στέκομαι.
- εἰμί: ὦ, εἴην, ἴσθι, εἶναι, ὤν · εἶμι: ἴω, ἴοιμι, ἴθι, ἰέναι, ἰών.
- φημί: φαίην, φάναι, ἔφη · οἶδα: εἰδῶ, εἰδείην, εἰδέναι, εἰδώς.