Το ρήμα: φωνές, εγκλίσεις, χρόνοι, αύξηση, αναδιπλασιασμός
Θέμα Γ3 · Υπόδειγμα λύω–λύομαι σε όλες τις εγκλίσεις · Συλλαβική και χρονική αύξηση · Αναδιπλασιασμός · Σύνθετα και παρασύνθετα
Λες «ὃ μὴ γένοιτο» και χρησιμοποιείς, χωρίς να το ξέρεις, ευκτική αορίστου. Στη Γ3 του 2026 ζητήθηκε «β΄ ενικό της προστακτικής παθητικού αορίστου» ενός τύπου από το αδίδακτο. Για να απαντήσεις σε τέτοιες ερωτήσεις χρειάζεσαι ένα σύστημα: πώς χτίζεται κάθε τύπος από το θέμα, την αύξηση, τον χαρακτήρα του χρόνου και την κατάληξη.
Τα παρεπόμενα του ρήματος
- Φωνές: ενεργητική (λύω), μέση (λύομαι), παθητική (λύομαι, ἐλύθην). Αποθετικά λέγονται τα ρήματα με παθητική μορφή και ενεργητική σημασία (βούλομαι, ἔρχομαι, μάχομαι).
- Εγκλίσεις: οριστική, υποτακτική, ευκτική, προστακτική · και οι ονοματικοί τύποι απαρέμφατο και μετοχή.
- Χρόνοι: ενεστώτας, παρατατικός, μέλλοντας, αόριστος, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, συντελεσμένος μέλλοντας.
- Αρκτικοί χρόνοι (ενεστώτας, μέλλοντας, παρακείμενος) και ιστορικοί (παρατατικός, αόριστος, υπερσυντέλικος). Η διάκριση κρίνει πότε μπορεί να εμφανιστεί η ευκτική του πλαγίου λόγου.
Υπόδειγμα: λύω (ενεργητική)
- Οριστική: λύω · ἔλυον · λύσω · ἔλυσα · λέλυκα · ἐλελύκη.
- Υποτακτική: ενεστ. λύω, λύῃς, λύῃ, λύωμεν, λύητε, λύωσι(ν) · αορ. λύσω, λύσῃς, λύσῃ …
- Ευκτική: ενεστ. λύοιμι, λύοις, λύοι, λύοιμεν, λύοιτε, λύοιεν · αορ. λύσαιμι, λύσαις (λύσειας), λύσαι (λύσειε), λύσαιμεν, λύσαιτε, λύσαιεν (λύσειαν).
- Προστακτική: ενεστ. λῦε, λυέτω, λύετε, λυόντων · αορ. λῦσον, λυσάτω, λύσατε, λυσάντων.
- Απαρέμφατα: λύειν, λύσειν, λῦσαι, λελυκέναι.
- Μετοχές: λύων, λύουσα, λῦον · λύσων · λύσας, λύσασα, λῦσαν · λελυκώς, λελυκυῖα, λελυκός.
Μέση και παθητική
- Μέση: λύομαι · ἐλυόμην · λύσομαι · ἐλυσάμην (λύσωμαι, λυσαίμην, λῦσαι, λύσασθαι, λυσάμενος) · λέλυμαι · ἐλελύμην.
- Παθητική: ενεστώτας, παρατατικός, παρακείμενος όπως η μέση · μέλλ. λυθήσομαι · αόρ. ἐλύθην — υποτ. λυθῶ, ευκτ. λυθείην, προστ. λύθητι, λυθήτω, απαρ. λυθῆναι, μετ. λυθείς, λυθεῖσα, λυθέν.
Ποιο είναι το β΄ ενικό της προστακτικής παθητικού αορίστου του λύω;
Αύξηση: μόνο στην οριστική των ιστορικών χρόνων
- Συλλαβική: ρήματα από σύμφωνο παίρνουν ε-: λύω → ἔλυον · ῥίπτω → ἔρριπτον (διπλασιάζεται το ρ).
- Χρονική: το αρχικό φωνήεν εκτείνεται: α, ε → η (ἄγω → ἦγον, ἐλπίζω → ἤλπιζον) · ο → ω (ὀνομάζω → ὠνόμαζον) · ι → ῑ, υ → ῡ (ἱκετεύω → ἱκέτευον) · αι → ῃ (αἰτέω → ᾔτουν) · οι → ῳ (οἰκέω → ᾤκουν) · αυ → ηυ (αὐξάνω → ηὔξανον).
- Ανώμαλη αύξηση (ε → ει): ἔχω → εἶχον, ἐργάζομαι → εἰργαζόμην, ἐθίζω → εἴθιζον, ἕπομαι → εἱπόμην · ὁράω → ἑώρων.
- Σύνθετα με πρόθεση: η αύξηση μπαίνει ανάμεσα στην πρόθεση και στο ρήμα: προσ-φέρω → προσέφερον · ἀπο-θνῄσκω → ἀπέθανον (το τελικό φωνήεν της πρόθεσης εκθλίβεται, εκτός από περί, πρό: περιέβαλον) · ἐκ → ἐξ-: ἐξέβαλον · ἐμ-βάλλω → ἐνέβαλον, συλ-λέγω → συνέλεγον (η πρόθεση ξαναβρίσκει τον αρχικό της τύπο).
- Παρασύνθετα (ρήματα από σύνθετο όνομα): αν το α΄ συνθετικό είναι πρόθεση, η αύξηση μπαίνει μετά την πρόθεση, όπως στα σύνθετα: ἐπιχειρέω → ἐπεχείρουν, ὑποπτεύω (< ὕποπτος) → ὑπώπτευον · αν δεν είναι πρόθεση, στην αρχή: οἰκοδομέω (< οἰκοδόμος) → ᾠκοδόμουν, δυστυχέω → ἐδυστύχουν.
Αναδιπλασιασμός: παρακείμενος και υπερσυντέλικος, σε όλες τις εγκλίσεις
- Σύμφωνο + ε: λύω → λέλυκα · δασύ → αντίστοιχο ψιλό: φιλέω → πεφίληκα, θαυμάζω → τεθαύμακα, χωρέω → κεχώρηκα.
- Απλό ε- (χωρίς επανάληψη συμφώνου) όταν το ρήμα αρχίζει από ρ, διπλό σύμφωνο ή σύμπλεγμα: ῥίπτω → ἔρριφα · στέλλω → ἔσταλκα · γιγνώσκω → ἔγνωκα.
- Χρονικός αναδιπλασιασμός = χρονική αύξηση: ἐλπίζω → ἤλπικα, οἰκέω → ᾤκηκα.
- Ο υπερσυντέλικος παίρνει και αύξηση και αναδιπλασιασμό: ἐ-λε-λύκη.
«Φ-Θ-Χ φοράνε ψιλά: πε, τε, κε». Στον αναδιπλασιασμό δεν επαναλαμβάνεις το δασύ σύμφωνο, αλλά το ψιλό αδερφάκι του: πεφίληκα (όχι φεφίληκα), τεθαύμακα, κεχώρηκα.
Ποιο είναι το α΄ ενικό του παρατατικού του οἰκέω;
Μέθοδος: αναγνώριση ρηματικού τύπου
- Αρχή του τύπου: αύξηση; → οριστική ιστορικού χρόνου. Αναδιπλασιασμός; → παρακείμενος/υπερσυντέλικος.
- Χαρακτήρας χρόνου: -σ- → μέλλοντας ή α΄ αόριστος · -κ- → ενεργητικός παρακείμενος · -θη- → παθητικός αόριστος · -θησ- → παθητικός μέλλοντας.
- Φωνήεν/κατάληξη: -ω-/-η- → υποτακτική · -οι-/-αι- → ευκτική · -ε/-ετω/-θι/-τι, -ον → προστακτική · -ειν, -αι, -ναι, -σθαι → απαρέμφατο.
- Πρόσωπο, αριθμός, φωνή από την κατάληξη.
- Για να σχηματίσεις τον ζητούμενο τύπο, ξεκίνα από το ίδιο θέμα και άλλαξε μόνο ό,τι χρειάζεται — και σβήσε την αύξηση εκτός οριστικής.
Παράδειγμα 1: Να γραφεί το γ΄ ενικό της οριστικής όλων των χρόνων του παιδεύω στην ενεργητική φωνή.
Λύση: παιδεύει · ἐπαίδευε(ν) · παιδεύσει · ἐπαίδευσε(ν) · πεπαίδευκε(ν) · ἐπεπαιδεύκει(ν).
Πρόσεξε: αύξηση μόνο σε παρατατικό, αόριστο, υπερσυντέλικο· αναδιπλασιασμός σε παρακείμενο και υπερσυντέλικο.
Παράδειγμα 2: Από το λύει να σχηματιστούν οι αντίστοιχοι τύποι του αορίστου σε όλες τις εγκλίσεις (γ΄ ενικό), το απαρέμφατο και η μετοχή.
Λύση:
- Οριστική: ἔλυσε(ν) · Υποτακτική: λύσῃ · Ευκτική: λύσαι ή λύσειε(ν) · Προστακτική: λυσάτω.
- Απαρέμφατο: λῦσαι · Μετοχή: λύσας, λύσασα, λῦσαν.
Μόνο η οριστική έχει αύξηση.
Ποιος είναι ο ενεργητικός παρακείμενος (α΄ ενικό) του θαυμάζω;
Θέμα τύπου Πανελλαδικών (Γ3): Ξενοφών, Κύρου Ἀνάβασις 1.1.1: «ἐπεὶ δὲ ἠσθένει Δαρεῖος καὶ ὑπώπτευε τελευτὴν τοῦ βίου, ἐβούλετο τὼ παῖδε ἀμφοτέρω παρεῖναι».
(α) Να γραφεί ο ενεστώτας της οριστικής των τριών ρημάτων στο ίδιο πρόσωπο. (β) Να γραφεί ο αντίστοιχος τύπος της υποτακτικής αορίστου.
Λύση:
(α) ἀσθενέω → ἀσθενεῖ · ὑποπτεύω → ὑποπτεύει · βούλομαι → βούλεται.
(β) ἀσθενήσῃ (αόρ. ἠσθένησα) · ὑποπτεύσῃ (αόρ. ὑπώπτευσα) · βουληθῇ (αόρ. ἐβουλήθην, παθητικός αόριστος αποθετικού ρήματος).
Στην υποτακτική η αύξηση φεύγει: ἠσθένει → ἀσθεν-, ὑπώπτευε → ὑποπτευ-.
Η ευκτική χάθηκε από τη νέα ελληνική, αλλά επιβιώνει σε στερεότυπες φράσεις: «ὃ μὴ γένοιτο» (ευκτική αορίστου του γίγνομαι) και «μὴ γένοιτο» — το ίδιο «μὴ γένοιτο» που χρησιμοποιούν συχνά και οι αρχαίοι συγγραφείς για να απορρίψουν μια σκέψη.
Ποιος είναι ο παρατατικός (α΄ ενικό) του προσφέρω;
Ο Ξενοφών γράφει ὑπώπτευε (από το ὑποπτεύω) και ο ομιλητής του Λυσία στο αδίδακτο του 2026 λέει ἐπεχείρησα (από το ἐπιχειρέω). Όμως ούτε «πτεύω» ούτε «χειρέω» υπάρχουν ως απλά ρήματα. Γιατί τότε η αύξηση μπαίνει στη μέση; Ποιος είναι ο παρατατικός του οἰκοδομέω και του δυστυχέω;
Δοκίμασε πρώτα μόνος σου — μετά δες τη λύση
Τα ὑποπτεύω και ἐπιχειρέω είναι παρασύνθετα: δεν φτιάχτηκαν από πρόθεση + ρήμα, αλλά από σύνθετες λέξεις με πρώτο συνθετικό πρόθεση (ὕποπτος < ὑπό + θέμα ὀπ- του ὄψομαι · ἐπιχειρέω < ἐπί + χείρ). Σε αυτή την περίπτωση η αύξηση μπαίνει μετά την πρόθεση, όπως στα γνήσια σύνθετα: ὑπ-ώπτευον (το ο εκτείνεται σε ω), ἐπ-εχείρησα.
Όταν το α΄ συνθετικό δεν είναι πρόθεση, η αύξηση μπαίνει στην αρχή: οἰκοδομέω (οἶκος + δέμω) → ᾠκοδόμουν · δυστυχέω (δυσ- + τύχη) → ἐδυστύχουν.
- Αύξηση έξω από την οριστική: «ἐλύσῃ», «ἐλῦσαι» είναι λάθος — υποτακτική, ευκτική, προστακτική, απαρέμφατο, μετοχή δεν παίρνουν αύξηση.
- λύσαι ≠ λῦσαι: ευκτική αορίστου (γ΄ ενικό, λήγουσα -αι μακρά) έναντι απαρεμφάτου (περισπώμενο, -αι βραχύ).
- «λέλυσα»: ο παρακείμενος έχει χαρακτήρα κ: λέλυκα.
- Αύξηση πριν από την πρόθεση (ἐπροσέφερον): μπαίνει μετά την πρόθεση — στην αρχή μόνο στα παρασύνθετα που δεν έχουν πρόθεση (ᾠκοδόμουν).
- Φωνές, εγκλίσεις, χρόνοι · αρκτικοί (ενεστ., μέλλ., παρακ.) και ιστορικοί (παρατ., αόρ., υπερσ.).
- Χαρακτήρες: σ = μέλλ./αόρ., κ = παρακ., θη = παθ. αόρ. · προστ. παθ. αορ. λύθητι.
- Αύξηση μόνο στην οριστική ιστορικών χρόνων: συλλαβική (ε-) ή χρονική (έκταση φωνήεντος).
- Σύνθετα και παρασύνθετα από πρόθεση: αύξηση μετά την πρόθεση · άλλα παρασύνθετα: στην αρχή (ᾠκοδόμουν).
- Αναδιπλασιασμός σε όλες τις εγκλίσεις του παρακειμένου: λέλυκα, πεφίληκα, ἔσταλκα, ἤλπικα.