Ενδοιαστικές και βουλητικές προτάσεις
Θέμα Γ4 · Ενδοιαστικές με μή, μὴ οὐ · Βουλητικές με ὅπως, ὅπως μή · Εκφορά, άρνηση, συντακτική θέση
Στον μύθο του Πρωταγόρα οι άνθρωποι αλληλοσκοτώνονται και ο Δίας φοβάται «μὴ ἀπόλοιτο πᾶν» — μήπως χαθεί ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Το μικρό μή εδώ δεν είναι άρνηση: είναι σύνδεσμος που σημαίνει «μήπως». Αν το μεταφράσεις «να μη», αντιστρέφεις το νόημα. Οι ενδοιαστικές και οι βουλητικές είναι οι «μικρές» ονοματικές προτάσεις που κάνουν μεγάλη ζημιά.
Ενδοιαστικές προτάσεις
- Εισαγωγή: μή («μήπως» — φόβος ότι θα γίνει κάτι ανεπιθύμητο) · μὴ οὐ («μήπως δεν» — φόβος ότι δεν θα γίνει κάτι επιθυμητό).
- Εξάρτηση: ρήματα και εκφράσεις φόβου, ανησυχίας, προφύλαξης, κινδύνου: φοβοῦμαι, δέδοικα, δέδια, ὀκνῶ, φυλάττομαι, ὁρῶ («προσέχω»), κίνδυνός ἐστι, φόβος ἐστί.
- Εκφορά:
- υποτακτική — ο φόβος αφορά κάτι μελλοντικό (μετά από αρκτικό χρόνο, αλλά και μετά από ιστορικό για ζωντάνια),
- ευκτική του πλαγίου λόγου — μετά από ιστορικό χρόνο,
- οριστική — ο φόβος αφορά κάτι που ήδη συμβαίνει ή έχει συμβεί.
- Συντακτική θέση: αντικείμενο (φοβοῦμαι), υποκείμενο (κίνδυνός ἐστι), επεξήγηση (ὁ φόβος …).
- Προσοχή: φοβοῦμαι + απαρέμφατο = «διστάζω να», χωρίς ενδοιαστική πρόταση.
Βουλητικές προτάσεις
- Εισαγωγή: ὅπως, ὅπως μή (σπανιότερα ὡς).
- Εξάρτηση: ρήματα επιμέλειας, φροντίδας, προσπάθειας, σκέψης για ενέργεια: ἐπιμελοῦμαι, φροντίζω, σκοπῶ, πράττω, παρασκευάζομαι, βουλεύομαι.
- Εκφορά: κυρίως οριστική μέλλοντα (και μετά από ιστορικό χρόνο) · ευκτική μέλλοντα του πλαγίου λόγου μετά από ιστορικό · σπανιότερα υποτακτική.
- Άρνηση: μή.
- Συντακτική θέση: κυρίως αντικείμενο.
«μή = μήπως, μὴ οὐ = μήπως δεν». Στην ενδοιαστική το μή είναι σύνδεσμος· η άρνηση της ίδιας της πρότασης είναι το οὐ. Γι' αυτό «φοβοῦμαι μὴ οὐκ ἔλθῃ» = «φοβάμαι μήπως δεν έρθει».
Πώς μεταφράζεται η φράση «φοβοῦμαι μὴ οὐκ ἔλθῃ»;
Μέθοδος: ενδοιαστική ή τελική;
- Βρες το ρήμα εξάρτησης: φόβου/κινδύνου/προφύλαξης → ενδοιαστική (ονοματική, αντικείμενο).
- Αν το μή (ἵνα μή, ὅπως μή) ακολουθεί ρήμα που δεν δηλώνει φόβο και δείχνει σκοπό → τελική (επιρρηματική).
- Μετά από ρήμα επιμέλειας/φροντίδας με ὅπως + μέλλοντα → βουλητική.
- Γράψε εκφορά με αιτιολόγηση: υποτακτική (μέλλον), ευκτική πλαγίου λόγου (ιστορικός χρόνος), οριστική (ήδη πραγματικό) — για τη βουλητική, οριστική μέλλοντα.
- Μετάφρασε με «μήπως» για την ενδοιαστική, «να» για τη βουλητική.
Παράδειγμα 1: Πλάτων, Πρωταγόρας 322c: «Ζεὺς οὖν δείσας περὶ τῷ γένει ἡμῶν μὴ ἀπόλοιτο πᾶν, Ἑρμῆν πέμπει …».
Λύση:
- Είδος: δευτερεύουσα ενδοιαστική πρόταση, εισάγεται με τον ενδοιαστικό σύνδεσμο μή.
- Εξάρτηση: από τη μετοχή δείσας (ρήμα φόβου).
- Εκφορά: ευκτική του πλαγίου λόγου (ἀπόλοιτο), γιατί εξαρτάται από ιστορικό χρόνο (αόριστος δείσας)· ο φόβος αφορά κάτι μελλοντικό.
- Θέση: αντικείμενο της μετοχής δείσας.
Μετάφραση: «Ο Δίας λοιπόν, επειδή φοβήθηκε για το γένος μας μήπως χαθεί ολόκληρο, στέλνει τον Ερμή…».
Παράδειγμα 2: (α) Ξενοφών, Κύρου Ἀνάβασις 1.1.4: «βουλεύεται ὅπως μήποτε ἔτι ἔσται ἐπὶ τῷ ἀδελφῷ». (β) Πλάτων, Ἀπολογία 29d: «χρημάτων μὲν οὐκ αἰσχύνῃ ἐπιμελούμενος ὅπως σοι ἔσται ὡς πλεῖστα».
Λύση:
(α) Βουλητική πρόταση, εισάγεται με ὅπως (αρνητική με το μήποτε), εξαρτάται από το βουλεύεται (ρήμα σκέψης για ενέργεια), εκφέρεται με οριστική μέλλοντα (ἔσται), αντικείμενο του βουλεύεται: «σκέφτεται πώς ποτέ πια δεν θα είναι στην εξουσία του αδελφού του».
(β) Βουλητική με ὅπως, εξαρτάται από τη μετοχή ἐπιμελούμενος (ρήμα φροντίδας), οριστική μέλλοντα (ἔσται), αντικείμενο της μετοχής: «δεν ντρέπεσαι να φροντίζεις πώς θα έχεις όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα».
Μετά από ιστορικό χρόνο, μια ενδοιαστική που αφορά το μέλλον εκφέρεται:
Θέμα τύπου Πανελλαδικών (Γ4β): «Οἱ στρατιῶται ἐφοβοῦντο μὴ οἱ πολέμιοι τὴν γέφυραν λύσειαν».
(α) Να αναγνωριστεί πλήρως η δευτερεύουσα πρόταση. (β) Να ξαναγραφεί η περίοδος με το κύριο ρήμα στον ενεστώτα. (γ) Πώς θα διατυπωνόταν αν οι στρατιώτες φοβούνταν ότι οι εχθροί δεν θα έλυναν τη γέφυρα;
Λύση:
(α) Ενδοιαστική πρόταση, με τον σύνδεσμο μή, εξαρτάται από το ἐφοβοῦντο (ρήμα φόβου), εκφέρεται με ευκτική του πλαγίου λόγου (λύσειαν), γιατί το ρήμα εξάρτησης είναι σε ιστορικό χρόνο (παρατατικός) και ο φόβος αφορά το μέλλον· αντικείμενο του ἐφοβοῦντο.
(β) «Οἱ στρατιῶται φοβοῦνται μὴ οἱ πολέμιοι τὴν γέφυραν λύσωσι(ν)» — μετά από αρκτικό χρόνο, υποτακτική αορίστου.
(γ) «ἐφοβοῦντο μὴ οὐ λύσειαν» — μὴ οὐ για φόβο ότι δεν θα γίνει κάτι.
Το νεοελληνικό «μήπως» προέρχεται από το αρχαίο μή πως και χρησιμοποιείται ακριβώς όπως ο ενδοιαστικός σύνδεσμος: «φοβάμαι μήπως αργήσω» είναι στην ουσία μια αρχαία ενδοιαστική πρόταση που επέζησε 2.500 χρόνια.
Η πρόταση «σκοπῶ ὅπως σωθήσομαι» είναι:
Αναγνώρισε τη λειτουργία του μή ή την πρόταση σε κάθε περίπτωση:
(α) «φυλάττου μὴ πέσῃς». (β) «ἀπῆλθεν ἵνα μὴ ἴδῃ αὐτόν». (γ) «δέδοικα μὴ ἡμάρτηκα». (δ) «φοβοῦμαι λέγειν τὴν ἀλήθειαν».
Δοκίμασε πρώτα μόνος σου — μετά δες τη λύση
(α) Ενδοιαστική (ρήμα προφύλαξης φυλάττομαι), υποτακτική για το μέλλον: «πρόσεχε μήπως πέσεις».
(β) Τελική πρόταση· εδώ το μή είναι άρνηση μέσα στην τελική (ἵνα μή): «έφυγε για να μην τον δει».
(γ) Ενδοιαστική με οριστική (παρακείμενος): ο φόβος αφορά κάτι που έχει ήδη συμβεί: «φοβάμαι μήπως έχω κάνει λάθος».
(δ) Καμία ενδοιαστική: φοβοῦμαι + απαρέμφατο = «διστάζω να πω την αλήθεια» — τελικό απαρέμφατο, αντικείμενο του φοβοῦμαι.
- Μετάφραση μή ως «να μη»: στην ενδοιαστική σημαίνει «μήπως».
- Σύγχυση με τελική: μετά από ρήμα φόβου η πρόταση είναι ονοματική (αντικείμενο), όχι επιρρηματικός του σκοπού.
- φοβοῦμαι + απαρέμφατο ως ενδοιαστική: είναι απαρέμφατο με σημασία «διστάζω».
- Βουλητική με υποτακτική που χαρακτηρίζεται τελική: κρίνει το ρήμα εξάρτησης (επιμέλειας/φροντίδας), όχι μόνο η έγκλιση.
- Ενδοιαστικές: μή («μήπως»), μὴ οὐ («μήπως δεν») · μετά από ρήματα φόβου/κινδύνου/προφύλαξης.
- Εκφορά: υποτακτική (μέλλον), ευκτική πλαγίου λόγου (ιστορικός χρόνος), οριστική (ήδη πραγματικό).
- Βουλητικές: ὅπως/ὅπως μή + οριστική μέλλοντα (ή ευκτική μέλλοντα) · μετά από ρήματα επιμέλειας/φροντίδας.
- Και οι δύο είναι ονοματικές: συνήθως αντικείμενο.
- φοβοῦμαι + απαρέμφατο = διστάζω.