Οι πλάγιες πτώσεις: γενική, δοτική, αιτιατική
Θέμα Γ4 · Γενική (κτητική, διαιρετική, αντικειμενική, συγκριτική, χρόνου…) · Δοτική (προσωπική, οργανική, διαφοράς, ποιητικού αιτίου…) · Αιτιατική (αναφοράς, χρόνου, έκτασης) · Εμπρόθετοι
«Τούτου τοῦ ἀνθρώπου σοφώτερός εἰμι», λέει ο Σωκράτης: η γενική εδώ δεν σημαίνει «του ανθρώπου», αλλά «από τον άνθρωπο». Η ίδια πτώση αλλάζει νόημα ανάλογα με τη λέξη που τη συνοδεύει. Στη Γ4 ζητείται ο ακριβής χαρακτηρισμός, και στη μετάφραση μια λάθος ερμηνεία πτώσης αλλάζει ολόκληρη την περίοδο.
Γενική
Ως ονοματικός προσδιορισμός
- Κτητική: ἡ οἰκία τοῦ Σωκράτους.
- Διαιρετική (όλο από το οποίο παίρνουμε μέρος): οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν · σοφώτατος πάντων.
- Υποκειμενική / αντικειμενική (με ουσιαστικά που δηλώνουν ενέργεια): ὁ φόβος τῶν πολεμίων (αυτοί φοβούνται ή τους φοβόμαστε).
- Ύλης, περιεχομένου, αξίας, ιδιότητας, καταγωγής: στέφανος χρυσοῦ · ἀνὴρ μεγάλης δυνάμεως · Δαρείου γίγνονται παῖδες.
Ως επιρρηματικός προσδιορισμός
- Συγκριτική (β΄ όρος σύγκρισης): σοφώτερος τοῦ ἀδελφοῦ.
- Χρόνου (μέσα σε ποιο διάστημα): τῆς νυκτός ἀφίκοντο.
- Αιτίας (με ρήματα ψυχικού πάθους, δικαστικά): ζηλῶ σε τῆς ἀρετῆς.
Ως αντικείμενο
Με ρήματα μετοχής (μετέχω), αισθήσεως (ἀκούω τινός), μνήμης, επιθυμίας (ὀρέγομαι), άρχειν (ἄρχω, κρατῶ), φροντίδας (ἐπιμελοῦμαι): «πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται».
Δοτική
- Αντικείμενο (έμμεσο ή άμεσο): δίδωμι σοί · χρῶμαι πλούτῳ · πείθομαι τῷ θεῷ.
- Προσωπική: χαριστική/αντιχαριστική (για χάρη ή εις βάρος κάποιου), ηθική, κτητική (ἔστι μοι βιβλίον).
- Οργανική: μέσου/οργάνου (βάλλει λίθοις), τρόπου (σιγῇ), αιτίας (φόβῳ ἔφυγον).
- Χρόνου (σημείο): τῇ ὑστεραίᾳ.
- Διαφοράς ή μέτρου (με συγκριτικό): πολλῷ μείζων.
- Αναφοράς: διαφέρει τῷ σώματι.
- Ποιητικού αιτίου: με παρακείμενο/υπερσυντέλικο παθητικής και με ρηματικά επίθετα σε -τέος: ταῦτα ἡμῖν πέπρακται.
Αιτιατική
- Αντικείμενο (άμεσο, σύστοιχο, διπλό).
- Αναφοράς: ἀλγῶ τὴν κεφαλήν.
- Χρόνου (διάρκεια): δέκα ἔτη ἐπολέμησαν.
- Έκτασης/διαστήματος: ἐξελαύνει σταθμοὺς τρεῖς.
- Επιρρηματική: τὸ πρῶτον, οὐδέν, τί («γιατί»).
- Υποκείμενο απαρεμφάτου ή μετοχής, και αιτιατική απόλυτη (δόξαν, ἐξόν).
Εμπρόθετοι
Πρόθεση + πτώση: επιρρηματικοί προσδιορισμοί τόπου, χρόνου, τρόπου, αιτίας (ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, μετ' εὐτελείας, διὰ τὴν ἀρετήν). Με παθητικό ρήμα, ὑπό + γενική = ποιητικό αίτιο.
Για υποκειμενική ή αντικειμενική γενική κάνε το ουσιαστικό ρήμα. «Ὁ τοῦ βασιλέως φόβος» → «ὁ βασιλεὺς φοβεῖται» (η γενική γίνεται υποκείμενο → υποκειμενική) ή «φοβοῦνται τὸν βασιλέα» (η γενική γίνεται αντικείμενο → αντικειμενική).
Στη φράση «σοφώτερος τοῦ διδασκάλου», η γενική είναι:
Μέθοδος: χαρακτηρισμός πτώσης
- Εξαρτάται από ρήμα ή από όνομα; Από ρήμα → αντικείμενο ή επιρρηματικός· από όνομα → ονοματικός προσδιορισμός.
- Αν εξαρτάται από ρήμα, είναι αναγκαίο συμπλήρωμα του ρήματος (αντικείμενο) ή προσθέτει περίσταση (χρόνος, αιτία, τρόπος);
- Αν εξαρτάται από όνομα, ρώτα: τίνος; (κτητική) · από ποιο σύνολο; (διαιρετική) · ποιος κάνει/σε ποιον γίνεται; (υποκειμενική/αντικειμενική).
- Κοίτα βαθμό επιθέτου: συγκριτικός → γενική συγκριτική, δοτική διαφοράς · υπερθετικός → γενική διαιρετική.
- Γράψε τον όρο και τη λέξη από την οποία εξαρτάται.
Παράδειγμα 1: Να χαρακτηριστούν οι πλάγιες πτώσεις:
(α) «πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει» (Αριστοτέλης, Μετὰ τὰ φυσικά 980a). (β) «τῷ Ἀσκληπιῷ ὀφείλομεν ἀλεκτρυόνα» (Πλάτων, Φαίδων 118a). (γ) «πλούτῳ … χρώμεθα» (Θουκυδίδης 2.40).
Λύση:
(α) τοῦ εἰδέναι: έναρθρο απαρέμφατο, αντικείμενο σε γενική του ὀρέγονται (ρήμα επιθυμίας).
(β) τῷ Ἀσκληπιῷ: έμμεσο αντικείμενο του ὀφείλομεν · ἀλεκτρυόνα: άμεσο αντικείμενο.
(γ) πλούτῳ: αντικείμενο του χρώμεθα (το χράομαι συντάσσεται με δοτική).
Παράδειγμα 2: Να χαρακτηριστούν οι τονισμένες λέξεις: (α) «δέκα ἔτη ἐπολέμησαν». (β) «τῆς νυκτὸς ἀφίκοντο». (γ) «τῇ ὑστεραίᾳ ἀπῆλθον». (δ) «πολλῷ σοφώτερος ἦν».
Λύση:
(α) αιτιατική του χρόνου — διάρκεια («επί δέκα χρόνια»).
(β) γενική του χρόνου — μέσα σε ένα διάστημα («μέσα στη νύχτα»).
(γ) δοτική του χρόνου — χρονικό σημείο («την επόμενη μέρα»).
(δ) δοτική της διαφοράς (του μέτρου) στο σοφώτερος («πολύ σοφότερος»).
Στη φράση «πολλῷ μείζων», η δοτική είναι:
Θέμα τύπου Πανελλαδικών (Γ4α): Πλάτων, Ἀπολογία 21d: «τούτου μὲν τοῦ ἀνθρώπου ἐγὼ σοφώτερός εἰμι· κινδυνεύει μὲν γὰρ ἡμῶν οὐδέτερος οὐδὲν καλὸν κἀγαθὸν εἰδέναι … ἔοικα γοῦν τούτου γε σμικρῷ τινι αὐτῷ τούτῳ σοφώτερος εἶναι». Να χαρακτηρίσετε: τοῦ ἀνθρώπου, ἡμῶν, σμικρῷ, σοφώτερος (β΄).
Λύση:
- τοῦ ἀνθρώπου: γενική συγκριτική (β΄ όρος σύγκρισης) στο σοφώτερος.
- ἡμῶν: γενική διαιρετική στο οὐδέτερος («κανείς από τους δυο μας»).
- σμικρῷ (τινι): δοτική της διαφοράς (του μέτρου) στο σοφώτερος.
- σοφώτερος: κατηγορούμενο στο υποκείμενο του εἶναι· είναι σε ονομαστική λόγω ταυτοπροσωπίας (το υποκείμενο του εἶναι είναι το ίδιο με του ἔοικα).
Μετάφραση: «φαίνεται λοιπόν πως από αυτόν είμαι λίγο πιο σοφός ακριβώς σε αυτό».
Τα τελευταία λόγια του Σωκράτη, κατά τον Φαίδωνα του Πλάτωνα (118a), ήταν: «Ὦ Κρίτων, τῷ Ἀσκληπιῷ ὀφείλομεν ἀλεκτρυόνα». Στον θεό της ιατρικής πρόσφεραν κόκορα όσοι γιατρεύονταν — και οι ερμηνευτές συζητούν ακόμη τι ακριβώς εννοούσε.
Στη φράση «δέκα ἔτη ἐπολέμησαν», το δέκα ἔτη είναι:
Στη φράση «ὑπὸ τῶν πολιτῶν ἐτιμήθη», ο εμπρόθετος είναι:
Η φράση «ὁ τῶν πολεμίων φόβος ἐπέσχε τὸν στρατόν» έχει δύο δυνατές μεταφράσεις. Ποιες; Πώς αλλάζει ο χαρακτηρισμός της γενικής; Τι θα σε έκανε να διαλέξεις;
Δοκίμασε πρώτα μόνος σου — μετά δες τη λύση
- «Ο φόβος που ένιωθαν οι εχθροί συγκράτησε τον στρατό» — οι πολέμιοι φοβούνται: γενική υποκειμενική.
- «Ο φόβος για τους εχθρούς συγκράτησε τον στρατό» — ο στρατός φοβάται τους πολεμίους: γενική αντικειμενική.
Εδώ η λογική δείχνει τη δεύτερη: αν ο στρατός «συγκρατήθηκε», είναι ο δικός του φόβος για τους εχθρούς που τον σταμάτησε. Στην εξέταση αιτιολογείς πάντα την επιλογή σου με τη μετατροπή σε ρήμα.
- Υπερθετικός με γενική συγκριτική: «σοφώτατος πάντων» → γενική διαιρετική.
- Δοτική ποιητικού αιτίου παντού: μόνο με παρακείμενο/υπερσυντέλικο παθητικής ή ρηματικό επίθετο σε -τέος· αλλιώς το ποιητικό αίτιο είναι ὑπό + γενική.
- Χρόνος χωρίς διάκριση πτώσης: αιτιατική = διάρκεια, γενική = μέσα σε διάστημα, δοτική = σημείο.
- Αντικείμενο σε γενική/δοτική ως «προσδιορισμός»: με ρήματα όπως μετέχω, ὀρέγομαι, χρῶμαι, πείθομαι η πτώση είναι αντικείμενο.
- Γενική: κτητική, διαιρετική, υποκειμενική/αντικειμενική, συγκριτική, χρόνου, αιτίας · αντικείμενο σε ρήματα μετοχής, επιθυμίας, αισθήσεως.
- Δοτική: αντικείμενο, προσωπική, οργανική (μέσο, τρόπος, αιτία), χρόνου, διαφοράς, αναφοράς, ποιητικού αιτίου.
- Αιτιατική: αντικείμενο, αναφοράς, χρόνου (διάρκεια), έκτασης, επιρρηματική.
- Υποκειμενική/αντικειμενική γενική: μετέτρεψε το ουσιαστικό σε ρήμα.
- ὑπό + γενική με παθητικό ρήμα = ποιητικό αίτιο.