Το απαρέμφατο
Θέμα Γ4 · Τελικό, ειδικό, έναρθρο · Συντακτική θέση · Υποκείμενο: ταυτοπροσωπία και ετεροπροσωπία · Χρόνος και άρνηση
Η νέα ελληνική δεν έχει απαρέμφατο: λέμε «θέλω να φύγω», «λέει ότι φεύγει». Η αρχαία τα λέει και τα δύο με ένα απαρέμφατο, «βούλομαι ἀπιέναι», «λέγει ἀπιέναι». Αν δεν καταλάβεις τι είδους απαρέμφατο έχεις, θα μεταφράσεις λάθος — και στη Γ4 θα χάσεις τον χαρακτηρισμό, που θέλει είδος, συντακτική θέση και υποκείμενο.
Τα τρία είδη
Τελικό απαρέμφατο («να…»)
- Μετά από ρήματα βουλητικά, κελευστικά, προτρεπτικά, ικανότητας, φόβου-δισταγμού, και απρόσωπα όπως δεῖ, χρή, ἔξεστι, ἀνάγκη ἐστί, προσήκει.
- Δηλώνει κάτι επιθυμητό ή δυνατό, όχι πραγματικό.
- Άρνηση: μή. Χρόνος: χωρίς χρονική βαθμίδα — ενεστώτας = διάρκεια, αόριστος = στιγμή.
Ειδικό απαρέμφατο («ότι…»)
- Μετά από ρήματα λεκτικά, δοξαστικά (νομίζω, οἴομαι, ἡγοῦμαι, φημί, λέγω), κ.ά.
- Δηλώνει μια κρίση ή πληροφορία.
- Άρνηση: οὐ. Χρόνος: έχει χρονική βαθμίδα — ενεστώτας = σύγχρονο, αόριστος = προτερόχρονο, μέλλοντας = υστερόχρονο (ως προς το κύριο ρήμα).
Έναρθρο απαρέμφατο
- Με άρθρο (τὸ λέγειν, τοῦ εἰδέναι, ἐκ τοῦ κιθαρίζειν), λειτουργεί σαν ουσιαστικό και παίρνει κάθε συντακτική θέση: υποκείμενο, αντικείμενο, εμπρόθετος προσδιορισμός.
- Άρνηση: μή.
Συντακτική θέση
- Υποκείμενο απρόσωπων ρημάτων και εκφράσεων: «δεῖ μανθάνειν».
- Αντικείμενο: «ἐβούλετο … παρεῖναι».
- Επεξήγηση σε ουσιαστικό ή αντωνυμία: «νόμον θὲς … κτείνειν».
- Επιρρηματικός προσδιορισμός (π.χ. του σκοπού, με ρήματα κίνησης· της αναφοράς: δεινὸς λέγειν).
- Το έναρθρο, επιπλέον, σε εμπρόθετο ή σε πλάγια πτώση.
«Τελικό = να … μή · Ειδικό = ότι … οὐ». Δοκίμασε να μεταφράσεις: αν βγαίνει φυσικά με «να», είναι τελικό και η άρνησή του μή· αν βγαίνει με «ότι», είναι ειδικό και η άρνησή του οὐ.
Στη φράση «βούλομαι ἀπιέναι», το απαρέμφατο είναι:
Υποκείμενο του απαρεμφάτου
- Ταυτοπροσωπία: το υποκείμενο του απαρεμφάτου είναι το ίδιο με όρο του ρήματος από το οποίο εξαρτάται (συνήθως το υποκείμενο) και δεν εκφέρεται. Αν υπάρχει κατηγορούμενο, είναι σε ονομαστική: «νομίζω σοφὸς εἶναι» (νομίζω ότι εγώ είμαι σοφός).
- Ετεροπροσωπία: το υποκείμενο είναι διαφορετικό και μπαίνει σε αιτιατική: «νομίζω σε σοφὸν εἶναι».
- Αν το υποκείμενο του απαρεμφάτου ταυτίζεται με αντικείμενο σε γενική ή δοτική, συνήθως εννοείται από αυτό: «συμβουλεύω σοι ἀπελθεῖν» (υποκείμενο: σύ, από το σοι).
- Αόριστο υποκείμενο («κάποιος, οι άνθρωποι») εννοείται: «δεῖ μανθάνειν» (υποκ. τινά/ἀνθρώπους).
Μέθοδος: πλήρης χαρακτηρισμός απαρεμφάτου
- Από πού εξαρτάται; Βρες το ρήμα ή την έκφραση.
- Είδος: άρθρο → έναρθρο · βουλητικό/απρόσωπο → τελικό · λεκτικό/δοξαστικό → ειδικό.
- Συντακτική θέση: υποκείμενο (με απρόσωπα), αντικείμενο, επεξήγηση, εμπρόθετος…
- Υποκείμενο: ταυτοπροσωπία (δεν εκφέρεται) ή ετεροπροσωπία (αιτιατική, ή εννοείται από γενική/δοτική).
- Γράψε τα τέσσερα μαζί: «παρεῖναι: τελικό απαρέμφατο, αντικείμενο του ἐβούλετο· υποκείμενο τὼ παῖδε (ετεροπροσωπία)».
Παράδειγμα 1: Ξενοφών, Κύρου Ἀνάβασις 1.1.1: «ἐβούλετο τὼ παῖδε ἀμφοτέρω παρεῖναι».
Λύση: παρεῖναι: τελικό απαρέμφατο (εξαρτάται από το βουλητικό ἐβούλετο), αντικείμενο του ἐβούλετο. Υποκείμενο: τὼ παῖδε (αιτιατική δυϊκού) — ετεροπροσωπία, γιατί ο Δαρείος θέλει να είναι παρόντες οι γιοι του.
Μετάφραση: «ήθελε να είναι κοντά του και οι δύο γιοι του».
Παράδειγμα 2: Πλάτων, Ἀπολογία 21d: «οὗτος μὲν οἴεταί τι εἰδέναι οὐκ εἰδώς, ἐγὼ δέ, ὥσπερ οὖν οὐκ οἶδα, οὐδὲ οἴομαι».
Λύση: εἰδέναι: ειδικό απαρέμφατο (εξαρτάται από το δοξαστικό οἴεται), αντικείμενο του οἴεται. Υποκείμενο: το ίδιο με του οἴεται (οὗτος) — ταυτοπροσωπία, γι' αυτό δεν εκφέρεται. Το τι είναι αντικείμενο του εἰδέναι.
Μετάφραση: «αυτός νομίζει ότι ξέρει κάτι, ενώ δεν ξέρει· εγώ όμως, όπως ακριβώς δεν ξέρω, ούτε και νομίζω ότι ξέρω».
Ποια είναι η άρνηση του ειδικού απαρεμφάτου;
Θέμα τύπου Πανελλαδικών (Γ4α): Πλάτων, Πρωταγόρας 322d: «καὶ νόμον γε θὲς παρ' ἐμοῦ τὸν μὴ δυνάμενον αἰδοῦς καὶ δίκης μετέχειν κτείνειν ὡς νόσον πόλεως». Να χαρακτηρίσετε πλήρως τα δύο απαρέμφατα.
Λύση:
- κτείνειν: τελικό απαρέμφατο, επεξήγηση στο νόμον (ποιος νόμος; «να σκοτώνουν…»). Υποκείμενο: αόριστο, εννοείται (τοὺς ἀνθρώπους/τινά) — ετεροπροσωπία. Αντικείμενο: τὸν μὴ δυνάμενον.
- μετέχειν: τελικό απαρέμφατο (εξαρτάται από το δυνάμενον, ρήμα ικανότητας), αντικείμενο της μετοχής δυνάμενον. Υποκείμενο: το ίδιο με της μετοχής — ταυτοπροσωπία. Αντικείμενό του σε γενική: αἰδοῦς καὶ δίκης.
Μετάφραση: «και θέσπισε εκ μέρους μου νόμο να σκοτώνουν σαν αρρώστια της πόλης εκείνον που δεν μπορεί να μετέχει στην αιδώ και στη δίκη».
Το απαρέμφατο χάθηκε σταδιακά από την ελληνική μετά τους ελληνιστικούς χρόνους, αλλά άφησε απολιθώματα: σύμφωνα με τα ετυμολογικά λεξικά, το φαΐ προέρχεται από το αρχαίο απαρέμφατο φαγεῖν (μέσω του μεσαιωνικού φαγί), ενώ λέμε ακόμη «το είναι» και «το φρονεῖν».
Στη φράση «νομίζω σοφὸς εἶναι», η λέξη σοφός είναι:
Στη φράση «δεῖ τοὺς νέους μανθάνειν», το απαρέμφατο είναι:
Το ρήμα λέγω μπορεί να σημαίνει «λέω ότι» ή «λέω/διατάζω να». Μετάφρασε και χαρακτήρισε το απαρέμφατο: (α) «ὁ στρατηγὸς λέγει τοὺς πολεμίους οὐκ ἀπιέναι». (β) «ὁ στρατηγὸς λέγει τοῖς στρατιώταις μὴ ἀπιέναι».
Δοκίμασε πρώτα μόνος σου — μετά δες τη λύση
(α) Άρνηση οὐ → ειδικό απαρέμφατο, αντικείμενο του λέγει, υποκείμενο τοὺς πολεμίους (ετεροπροσωπία). Το ἀπιέναι (από το εἶμι) έχει σημασία μέλλοντα: «Ο στρατηγός λέει ότι οι εχθροί δεν θα φύγουν».
(β) Άρνηση μή → τελικό απαρέμφατο (λέγω = διατάζω), αντικείμενο του λέγει, υποκείμενο εννοείται από το τοῖς στρατιώταις: «Ο στρατηγός λέει στους στρατιώτες να μη φύγουν».
Η άρνηση και η πτώση του προσώπου (αιτιατική υποκείμενο ή δοτική έμμεσο αντικείμενο) λύνουν τη διφορούμενη σημασία.
- Υποκείμενο απαρεμφάτου σε ονομαστική με ετεροπροσωπία: το υποκείμενο είναι σε αιτιατική.
- Μισός χαρακτηρισμός: το «τελικό απαρέμφατο» δεν αρκεί· θέλει και συντακτική θέση και υποκείμενο.
- Αόριστος τελικού ως παρελθόν: «ἐβούλετο ἐλθεῖν» = «ήθελε να έρθει», όχι «ήθελε να είχε έρθει».
- Ειδικό απαρέμφατο αορίστου ως μέλλον: «λέγει ἐλθεῖν αὐτόν» = «λέει ότι ήρθε» (προτερόχρονο).
- Τελικό (να, μή, χωρίς χρονική βαθμίδα) · ειδικό (ότι, οὐ, με χρονική βαθμίδα) · έναρθρο (με άρθρο, μή, κάθε θέση).
- Θέσεις: υποκείμενο (με απρόσωπα), αντικείμενο, επεξήγηση, επιρρηματικός, εμπρόθετος.
- Ταυτοπροσωπία: υποκείμενο δεν εκφέρεται, κατηγορούμενο σε ονομαστική · ετεροπροσωπία: υποκείμενο σε αιτιατική.
- Πλήρης χαρακτηρισμός: είδος + θέση + υποκείμενο.