Αιτιολογικές και τελικές προτάσεις
Θέμα Γ4 · Αιτιολογικές: ὅτι, διότι, ὡς, ἐπεί, ἐπειδή · Τελικές: ἵνα, ὅπως, ὡς, μή · Αντικειμενική και υποκειμενική αιτιολογία · Ανεκπλήρωτος σκοπός
«Γιατί;» και «για ποιον σκοπό;» είναι τα δύο ερωτήματα κάθε αφήγησης. Ο Δίας στέλνει τον Ερμή «ἵν' εἶεν πόλεων κόσμοι τε καὶ δεσμοὶ φιλίας συναγωγοί» — για να υπάρξουν στις πόλεις τάξη και δεσμοί φιλίας. Αιτιολογικές και τελικές είναι οι πιο συχνές επιρρηματικές προτάσεις, και η διαφορά ανάμεσα σε ὅτι + οριστική και ὡς + ευκτική είναι ακριβώς η διαφορά ανάμεσα σε γεγονός και ισχυρισμό.
Αιτιολογικές προτάσεις
- Εισαγωγή: ὅτι, διότι, ὡς, ἐπεί, ἐπειδή (σπανιότερα ὅτε, ὁπότε).
- Εκφορά:
- οριστική — αιτία αντικειμενική, που την υιοθετεί ο ομιλητής,
- δυνητική οριστική/ευκτική — αιτία δυνατή ή μη πραγματική,
- ευκτική του πλαγίου λόγου — αιτία υποκειμενική (κάποιου άλλου), μόνο μετά από ιστορικό χρόνο και μόνο με ὅτι, διότι, ὡς.
- Το ὡς δηλώνει κατά κανόνα υποκειμενική αιτιολογία.
- Άρνηση: οὐ.
- Συντακτική θέση: επιρρηματικός προσδιορισμός της αιτίας. Μετά από ρήματα ψυχικού πάθους (θαυμάζω, ἀγανακτῶ, χαίρω, ὀργίζομαι) λειτουργεί ως αντικείμενο.
- Προσοχή: το ἐπεί/ἐπειδή μετά από τελεία ή άνω τελεία μπορεί να σημαίνει απλώς «γιατί» και να εισάγει κύρια πρόταση.
Τελικές προτάσεις
- Εισαγωγή: ἵνα, ὅπως, ὡς · αρνητικές ἵνα μή, ὅπως μή, μή.
- Εκφορά:
- υποτακτική — μετά από αρκτικό χρόνο, αλλά συχνά και μετά από ιστορικό, για ζωντάνια,
- ευκτική του πλαγίου λόγου — μετά από ιστορικό χρόνο,
- οριστική ιστορικού χρόνου — σκοπός που δεν εκπληρώθηκε, όταν η κύρια εκφράζει κάτι μη πραγματικό (π.χ. δυνητική οριστική).
- Άρνηση: μή.
- Συντακτική θέση: επιρρηματικός προσδιορισμός του σκοπού.
«ὅτι, διότι, ἐπεί → επειδή · ἵνα, ὅπως → για να». Το ὡς είναι ο «μπαλαντέρ»: μπορεί να είναι αιτιολογικός, τελικός, ειδικός, χρονικός ή συμπερασματικός — δεν το χαρακτηρίζεις ποτέ πριν δεις ρήμα εξάρτησης και έγκλιση.
Ποια είναι η άρνηση των τελικών προτάσεων;
Μέθοδος: αιτιολογική ή τελική;
- Ρώτα «γιατί;» (αιτία, κάτι που προηγείται ή συμβαίνει) ή «για ποιο σκοπό;» (κάτι που επιδιώκεται, μετά).
- Κοίτα την άρνηση: οὐ → αιτιολογική, μή → τελική.
- Κοίτα την έγκλιση: υποτακτική ταιριάζει σε τελική· οριστική σε αιτιολογική.
- Αν υπάρχει ευκτική, έλεγξε ότι το ρήμα εξάρτησης είναι σε ιστορικό χρόνο (ευκτική του πλαγίου λόγου).
- Γράψε τα πέντε στοιχεία: είδος, εισαγωγή, εξάρτηση, εκφορά, θέση.
Παράδειγμα 1: Πλάτων, Πρωταγόρας 322c: «Ἑρμῆν πέμπει ἄγοντα εἰς ἀνθρώπους αἰδῶ τε καὶ δίκην, ἵν' εἶεν πόλεων κόσμοι τε καὶ δεσμοὶ φιλίας συναγωγοί».
Λύση: Δευτερεύουσα τελική πρόταση, εισάγεται με τον τελικό σύνδεσμο ἵνα, εξαρτάται από το πέμπει και εκφέρεται με ευκτική του πλαγίου λόγου (εἶεν), γιατί το πέμπει είναι ιστορικός ενεστώτας. Λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός του σκοπού στο πέμπει.
Μετάφραση: «…για να υπάρχουν στις πόλεις τάξη και δεσμοί που δημιουργούν φιλία».
Παράδειγμα 2: Σύγκρινε: (α) «Σωκράτην ἀπέκτειναν ὅτι τοὺς νέους διέφθειρεν». (β) «Σωκράτην ἀπέκτειναν ὡς τοὺς νέους διαφθείροι».
Λύση:
(α) Αιτιολογική με ὅτι + οριστική: ο ομιλητής παρουσιάζει την αιτία ως πραγματική — δηλαδή την υιοθετεί.
(β) Αιτιολογική με ὡς + ευκτική του πλαγίου λόγου (μετά από τον ιστορικό ἀπέκτειναν): η αιτία είναι υποκειμενική, αυτό που ισχυρίζονταν οι κατήγοροι. Ο Ξενοφών ή ο Πλάτων θα έγραφαν μόνο τη (β): «τον θανάτωσαν με την αιτιολογία ότι διέφθειρε τους νέους».
Τι δηλώνει η ευκτική του πλαγίου λόγου σε αιτιολογική πρόταση;
Θέμα τύπου Πανελλαδικών (Γ4β): «Ἀπῆλθον ἐκ τῆς πόλεως, ὅτι οἱ πολέμιοι προσῇσαν, ἵνα μὴ ἁλοῖεν».
(α) Να αναγνωριστούν οι δευτερεύουσες. (β) Να ξαναγραφεί η περίοδος με το κύριο ρήμα στον ενεστώτα. (γ) Να μετατραπεί η τελική πρόταση σε μετοχή.
Λύση:
(α) ὅτι … προσῇσαν: αιτιολογική, με ὅτι, οριστική (αντικειμενική αιτία), επιρρηματικός της αιτίας στο ἀπῆλθον. ἵνα μὴ ἁλοῖεν: τελική, με ἵνα μή, ευκτική του πλαγίου λόγου (ἑάλων → ἁλοίην) μετά από ιστορικό χρόνο, επιρρηματικός του σκοπού στο ἀπῆλθον.
(β) «Ἀπέρχονται ἐκ τῆς πόλεως, ὅτι οἱ πολέμιοι προσίασιν, ἵνα μὴ ἁλῶσιν» — μετά από αρκτικό χρόνο, υποτακτική.
(γ) «Ἀπῆλθον ἐκ τῆς πόλεως ὡς μὴ ἁλωσόμενοι» — τελική μετοχή μέλλοντα (ἁλώσομαι) με ὡς.
Το νεοελληνικό «να» προέρχεται από τον αρχαίο τελικό σύνδεσμο ἵνα. Στην ελληνιστική εποχή το ἵνα απλώθηκε σε όλο και περισσότερες χρήσεις, αντικαθιστώντας σταδιακά το απαρέμφατο — γι' αυτό σήμερα λέμε «θέλω να φύγω» και όχι «θέλω φυγεῖν».
Στη φράση «ἐβουλόμην ἂν αὐτὸν παρεῖναι, ἵνα ἤκουσε τοὺς λόγους», η τελική εκφέρεται με οριστική ιστορικού χρόνου επειδή:
Αναγνώρισε τη χρήση του ὡς σε κάθε φράση:
(α) «λέγει ὡς ἀδικεῖ». (β) «ἀπῆλθον ὡς οἱ πολέμιοι προσῇσαν». (γ) «ἦλθεν ὡς ἴδοι τὸν φίλον». (δ) «ὡς ἀπῆλθε, βουλεύεται». (ε) «συλλαμβάνει Κῦρον ὡς ἀποκτενῶν». (στ) «ἔσται ὡς πλεῖστα».
Δοκίμασε πρώτα μόνος σου — μετά δες τη λύση
(α) Ειδικός σύνδεσμος (λεκτικό ρήμα). (β) Αιτιολογικός («επειδή πλησίαζαν»). (γ) Τελικός (ευκτική πλαγίου λόγου μετά από ιστορικό: «για να δει»). (δ) Χρονικός («όταν έφυγε», Ἀνάβασις 1.1.4). (ε) Μόριο με μετοχή μέλλοντα, τελική υποκειμενική. (στ) Επιτατικό μόριο με υπερθετικό: «όσο το δυνατόν περισσότερα».
Το ὡς δεν το χαρακτηρίζεις ποτέ μόνο του: κοίτα εξάρτηση, έγκλιση, ό,τι ακολουθεί.
- Ευκτική πλαγίου λόγου χωρίς ιστορικό χρόνο: μετά από αρκτικό, η τελική θέλει υποτακτική και η αιτιολογική οριστική.
- ἐπεί στην αρχή της περιόδου ως δευτερεύουσα: αν δεν υπάρχει κύρια που να την «κρατά», σημαίνει «γιατί» και είναι κύρια πρόταση.
- Αιτιολογική μετά από ρήμα ψυχικού πάθους ως επιρρηματικός: εκεί λειτουργεί ως αντικείμενο.
- Μετάφραση υποκειμενικής αιτίας σαν γεγονός: πρόσθεσε «με την αιτιολογία ότι», «επειδή, όπως έλεγαν».
- Αιτιολογικές: ὅτι, διότι, ὡς, ἐπεί, ἐπειδή · οριστική (αντικειμενική), δυνητική, ευκτική πλαγίου λόγου (υποκειμενική) · οὐ · επιρρηματικός της αιτίας.
- Τελικές: ἵνα, ὅπως, ὡς, μή · υποτακτική, ευκτική πλαγίου λόγου, οριστική ιστορικού (ανεκπλήρωτος σκοπός) · μή · επιρρηματικός του σκοπού.
- ὡς = υποκειμενικότητα· ὅτι + οριστική = ο ομιλητής υιοθετεί την αιτία.
- Μετά από ρήματα ψυχικού πάθους η αιτιολογική είναι αντικείμενο.